Η μετανάστευση των πληθυσμών είναι συνυφασμένη με την ιστορία του ανθρώπου εδώ και χιλιετίες και η εποχή μας δεν αποτελεί εξαίρεση. Με τον όρο μετανάστευση εννοούμε το φαινόμενο της μετακίνησης του πληθυσμού από την πατρική του γη σε ξένες χώρες (η λεγόμενη εξωτερική μετανάστευση) ή σε άλλο τόπο της ίδιας χώρας (εσωτερική μετανάστευση) με σκοπό πάντα, και στις δυο περιπτώσεις, την αναζήτηση καλύτερης τύχης. Η μετακίνηση αυτή του πληθυσμού παρουσιάζεται όταν το περιβάλλον κοινωνικό, οικονομικό κ.λπ., μέσα στο οποίο ζει και κινείται το άτομο, δεν του παρέχει τη δυνατότητα να εκπληρώσει τις επιδιώξεις του και να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του.
Η Ελλάδα βίωσε ένα μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα στην αρχή του περασμένου αιώνα προς τις υπερπόντιες χώρες και κυρίως προς την Αμερική που αφορούσε το ένα τέταρτο σχεδόν του ελληνικού εργατικού δυναμικού. Είχαν προηγηθεί και άλλα κύματα μετανάστευσης Ελλήνων ομογενών, όπως χιλιάδων Ελλήνων του Πόντου κυρίως προς τη νότια Ρωσία και τον Καύκασο. Αργότερα προστέθηκαν ρεύματα μετανάστευσης προς τις χώρες Ανατολικής Ευρώπης και κυρίως της νεοσύστατης ΕΣΣΔ αλλά και άλλες χώρες ανά τον κόσμο από Έλληνες του Πόντου, των ακτών της Τουρκίας και από πολιτικούς πρόσφυγες από την Ελλάδα τη δεκαετία του 1940. Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ιδιαίτερα μετά το 1954, το νέο μεγαλύτερο μεταναστευτικό ρεύμα πήρε άλλη κατεύθυνση και τα 2/3 περίπου των μεταναστών κινήθηκαν προς τις βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης και κυρίως τη Δυτική Γερμανία και η υπερπόντια μετανάστευση περιορίστηκε στο 1/3 με κύρια κατεύθυνση όχι την Αμερική αλλά και τον Καναδά και την Αυστραλία.
Ενώ το κύμα της εξωτερικής μετανάστευσης είχε κορυφωθεί με σοβαρές συνέπειες στην ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας μας, από το 1970 και μετά η κατάσταση άρχισε ευτυχώς να αλλάζει και ο αριθμός των Ελλήνων, που ζητούσε καλύτερη τύχη στην ξενιτιά, άρχισε όλο και να λιγοστεύει, ενώ συγχρόνως, άρχισε να αυξάνει ο αριθμός των Ελλήνων που ξαναγύριζαν στην πατρίδα τους (παλιννόστηση).
Μια εξισορρόπηση γίνεται το 1974, που ο αριθμός αυτών που μετανάστευαν ήταν περίπου ίδιος με τον αριθμό αυτών που γύρισαν πίσω στην πατρίδα. Ήταν η πρώτη εξισορρόπηση και η ελπίδα για να σταματήσει το ρεύμα της μετανάστευσης.
Από το 1975 και μετά η ευχή γίνεται πραγματικότητα και, για πρώτη φορά στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας, αυτοί που γύριζαν πίσω στον τόπο τους, μετανάστες και τα παιδιά τους, ήταν περισσότεροι από αυτούς που την εγκατέλειπαν. Αυτό είναι γεγονός ιστορικής σημασίας και δημιουργεί αισιοδοξία για το μέλλον, για τη διακοπή της πληθυσμιακής αιμορραγίας και την παλιννόστηση όλων των ξενιτεμένων.
Τώρα το ρεύμα έγινε αντίστροφο και η Ελλάδα δέχεται μετάγγιση ανθρώπινου δυναμικού και όλοι αυτοί που έρχονται είναι άτομα παραγωγικά, νεαρά από άποψη ηλικίας και δραστήρια. Ακόμη είναι φορείς προηγμένης τεχνολογίας, γιατί έζησαν σε χώρες βιομηχανικά και τεχνολογικά ανεπτυγμένες, έχουν ειδικότητες απαραίτητες στη γρήγορα αναπτυσσόμενη ελληνική οικονομία και το καλύτερο ότι δεν συγκεντρώνονται πάλι όλοι στα αστικά κέντρα αλλά εγκαθίστανται, σε αναλογία ένας στους τρεις, σε αγροτικές περιοχές.
Γιαννοπούλου Γιώτα, μαθήτρια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου